- Μπορεί
να λειτουργήσει η θεσμική πολιτική προς όφελος της κοινωνίας - του
περιβάλλοντος και της οικονομίας - μακριά από τον πολιτικό ακτιβισμό;
- Μπορεί
ο πολιτικός ακτιβισμός, αντίστροφα, να πετύχει αιτήματα και στόχους προς
όφελος της κοινωνίας δίχως τη στήριξη της θεσμικής πολιτικής;
- Είναι
δυνατή η θεμελίωση της θεσμικής πολιτικής στην κανονιστική αντιμετώπιση
του οικολογικού ζητήματος – και της προστασίας του περιβάλλοντος - δίχως
την αναγκαία ώσμωση με τον πολιτικό ακτιβισμό;
-----------------------------------------
Λέγεται
ότι ο πολιτικός ακτιβισμός - θεσμικός/νομικός, μη βίαιη
διαμαρτυρία, πολιτική ανυπακοή, ψηφιακός ακτιβισμός - χωρίς θεσμική
αποτύπωση κινδυνεύει να παραμείνει αέναη διαμαρτυρία, δίχως την δυνατότητα
μετουσίωσης σε μόνιμο δίκαιο και δημόσιες πολιτικές, ενώ η θεσμική
πολιτική χωρίς την συνεχή πίεση του πολιτισμού ακτιβισμού τείνει
στην αυτοαναφορικότητα και στη δραματική άμβλυνση της κρίσης
εκπροσώπησης, ανίκανη να αντιστοιχηθεί με τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές
δυναμικές του χώρου.
Η πολιτική
ιστορία επιβεβαιώνει ότι η θεσμική πολιτική και ο πολιτικός
ακτιβισμός είναι οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος, σχεδόν αδύνατο να
διαχωριστούν με σαφήνεια, καθόσον η πρώτη τροφοδοτεί τον δεύτερο και ο δεύτερος
την πρώτη. Δεν λειτουργούν αποκλειστικά αλλά συμπληρωματικά για
την παραγωγή οφέλους για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον,
καθόσον ο πολιτικός ακτιβισμός αναγνωρίζεται ως η κινητήρια δύναμη μετατροπής
των κοινωνικών διεκδικήσεων σε θεσμικές και πολιτειακές αλλαγές.
Λαμπρό
παράδειγμα της στενής σχέσης διάδρασης μεταξύ θεσμικής πολιτικής και πολιτικού
ακτιβισμού είναι ο Αλεξάντερ Λάνγκερ - 1946-1995 - ένας από
τους πρωταγωνιστές του ευρωπαϊκού οικολογισμού και της γένεσης του ιταλικού
οικολογικού κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Ευρωβουλευτής και πρώτος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Πράσινης Ομάδας, ο Λάνγκερ
δεν αποδέχτηκε ποτέ τον οποιοδήποτε τύπο αυτοαναφορικότητας της θεσμικής
εξουσίας, αλλά βίωσε τη θεσμική πολιτική δράση και τον πολιτικό
ακτιβισμό ως είδος προκεχωρημένου φυλακίου πέρα από κάθε λογική μηχανισμού.
Για τον Λάνγκερ η θεσμική πολιτική δράση δεν πήγαζε από «τα πάνω»
αλλά από «τα κάτω», από την κοινωνία και τον πολιτικό ακτιβισμό. Γνώριζε
ότι η πολιτική εξουσία απομονώνει, ότι η πραγματική δύναμη αλλαγής
έγκειται στην οργανωμένη, μη βίαιη, κοινωνία των πολιτών και ότι η
θεσμική πολιτική δράση είναι χρήσιμη μόνο όταν μεταφράζει τον πολιτικό
ακτιβισμό σε κανονιστικά πλαίσια προς όφελος των κοινωνικών
και περιβαλλοντικών αιτημάτων.
Η πολιτική
ιστορία μπορεί μεν να καταγράφει ότι οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές
διεκδικήσεις μετατρέπονται σε θεσμικές και πολιτειακές αλλαγές όπου η συλλογική
πίεση του πολιτικού ακτιβισμού οδηγεί τη θεσμική πολιτική σε
αλλαγή πορείας, αλλά η πολιτική ιστορία της βαριά απορρυθμισμένης
δημοκρατίας μας καταγράφει άλλα.
Ο πολιτικός
ακτιβισμός δεν ήταν ποτέ στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του πολιτικού
συστήματος στη χώρα μας, όπως και οι περιβαλλοντικές θεματικές, οι περιβαλλοντικές
πολιτικές, το περιβάλλον και η προστασία του. Αποτέλεσε και αποτελεί
φαινόμενο στα όρια του γραφικού για ένα φαρδύ κομμάτι του πολιτικού
συστήματος, ενώ για ένα άλλο - εξίσου σημαντικό - αντικείμενο κυνικής πολιτικής
εκμετάλλευσης έως το άνοιγμα της κάλπης, με τις περιβαλλοντικές
πολιτικές να αντιμετωπίζονται από αμφότερα με αδιαφορία εάν όχι με εμφανή
εχθρότητα. Τα παραδείγματα πολλά και απ’ όλα τα πεδία που απαιτούν σφριγηλές περιβαλλοντικές
πολιτικές: ρέματα και ποτάμια, παράκτια μέτωπα και αιγιαλοί, υδατικοί πόροι
και απορρίμματα, ενέργεια, δάση ή και αστικό πράσινο, για παράδειγμα.
Φθάσαμε
έτσι στη σημερινή πολιτική συγκυρία, στο κατώφλι των προσεχών βουλευτικών
εκλογών, με τις διακηρύξεις, τις ανακοινώσεις και τα «προγράμματα» του
συνόλου των «μετόχων» της θεσμικής πολιτικής είτε εμφατικά κενά της
όποιας περιβαλλοντικής διάστασης, είτε πλήρη των πλέον αντιπεριβαλλοντικών
προσεγγίσεων στο όνομα μιας παρωχημένης «ανάπτυξης», καταδικασμένης
από τη διεθνή εμπειρία: Εξορύξεις, λιγνίτης, ανεξέλεγκτη χωροθέτηση ΑΠΕ
υψηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, τα γνωστά «αντιπλημμυρικά», εντατική
αγροκτηνοτροφία, άκριτη τουριστική ανάπτυξη, αδιαφορία για το χωροταξικό χάος
της χώρας, ή και κυνήγι.








